Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Η έννοια του Numinosum


 

Ipsissima verba : Lasciate ogni speranza, voi ch’entrale .Numinosum est.’’
Numen, numininis : ελαφρύ νεύμα, κούνημα του κεφαλιού, νεύμα του κεφαλιού που εκφράζει στάση ελεύθερης συναίνεσης, θεϊκότητα, θεϊκή εξουσία, θέλημα θεού. .Lorenz, J : Λεξικό Λατινικής Γλώσσας. (Morava 1947, Cz).

Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται στην Αναλυτική ψυχολογία παραλλαγμένα ως numinosum, και για τον οποίο όρο δεν υπάρχει επαρκής και ικανοποιητική απόδοση στην Ελληνική γλώσσα. Δεν υπάρχει κάποια μια και μόνο λέξη αλλά ούτε και περισσότερες που θα μπορούσαν να αποδώσουν τον όρο αυτό περισσότερο ικανοποιητικά από τους όρους “θεϊκό’’ και “θέλημα θεού’’.
Στο Λεξικό των βασικών όρων της ψυχολογίας του C. G. Jung, του Daryl Sharp (Praha, 2005), η αναφορά στο numinosum είναι πολύ σύντομη και όχι αρκετά κατατοπιστική. Συγκεκριμένα, ο Sharp αναφέρει τα εξής: “Οι εκφράσεις numinous και numinosity προέρχονται από το λατινικό όρο numinosum ο οποίος όρος εκφράζει εκείνη την δυναμική επενέργεια που είναι ανεξάρτητη από τη συνειδητή θέληση του ατόμου που είναι εκτεθειμένο σε μια τέτοια επενέργεια. Αυτά που χαρακτηρίζουν το numinosum είναι τα βιώματα του υπαρξιακού Εγώ’’. Χρησιμοποιεί δε για περισσότερη κατανόηση το παρακάτω απόσπασμα του Jung. “Όσο η θρησκευτική διδασκαλία, τόσο και το consensus gentium (συμφωνία μεταξύ των εθνών) δηλώνουν παντού και πάντοτε ότι ο όρος αυτός είναι ανάγκη να αποδοθεί σε κάποια αιτία έξω από το άτομο. Το numinosum, είτε είναι ιδιότητα κάποιου ορατού αντικειμένου, είτε είναι επίδραση κάποιας αόρατης παρουσίας η οποία δημιουργεί κάποια ιδιαίτερη αλλαγή στη συνείδηση”.(Jung).
H Aniela Jaffé στο βιβλίο της“Eriunerungen, Tráume, Gedanken von C. G. Jung’’ Olten a Freiburg v Breisgau, Walter 1982 ( in K.Plocek : Η ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου. Atlantis, 1994, Brno), παραθέτει επιπρόσθετα ένα μικρό λεξικό κάποιων βασικών όρων του Jung. Συγκεκριμένα αναφέρει σαν εισαγωγική σημείωση: το σύντομο αυτό μικρό λεξικό θα προσφέρει κάποιες εισαγωγικές επεξηγήσεις σε αυτούς που δεν έχουν γνωρίσει σε βάθος τα έργα του C. G. Jung και την ορολογία του. Εκεί όπου υπήρχε η δυνατότητα περιέγραψα τους όρους της ψυχολογίας του Jung με αποσπάσματα απευθείας από τα έργα του. Τα αποσπάσματα όμως αυτά πρέπει να εκληφθούν μόνο σαν εισαγωγικές σημειώσεις. Τους όρους που χρησιμοποιούσε ο Jung τους περιέγραφε εκ νέου και συνεχώς διαφορετικά και ότι δεν ήταν επαρκώς εξηγήσιμο και επέμενε διαρκώς να παραμένει στη ψυχική πραγματικότητα, το άφηνε να παραμένει και να φαντάζει σαν μυστήριο ή μυστικό.
Για το numinosum η αναφορά της δεν είναι επίσης τόσο πλούσια αλλά περισσότερο επεξηγηματική και σαφής. Αναφέρει : “Τον όρο numinosum τον επινόησε και τον χρησιμοποίησε ο Rudolf Otto ( Das Heilige) για το ανείπωτο, το μυστήριο, το απόκρυφο, το φοβερό, για κάτι που είναι “τελείως διαφορετικό, εντελώς αλλιώτικο’’, μια αυθόρμητα βιωμένη ιδιότητα η οποία αρμόζει και ανήκει μόνο στο ’’θεϊκό’’.”
Tην πιο εμπλουτισμένη και σαφέστερη αναφορά την βρίσκουμε στο Λεξικό της Αναλυτικής Ψυχολογίας των L. Múller και A. Múller, Portal, Praha, 2006.
Numen : κούνημα του κεφαλιού, ελαφρύ, εμφανές χαμήλωμα του κεφαλιού, που έχει σαν σκοπό να δηλώσει μια ελεύθερη στάση. Με την μεταφορική του έννοια δηλώνει την θεϊκή θέληση, την θεϊκή κυριαρχία, την επενέργεια της δύναμης της θεϊκής ύπαρξης. Τον όρο numinosum τον χρησιμοποίησε πρώτος ο πνευματικός R.Otto. Ο Otto.επηρεασμένος από τον Kant, τον Fichte και τον Schleiermacher περιέγραψε το έτος 1917 μια μοναδική εμπειρία σαν εμπειρία θεϊκής κυριαρχίας και έκθεσης σε κάτι, εμπειρία τρόμου, ασημαντότητας και ανημποριάς.
Ο Otto αναφέρει ότι ο όρος numinosum δεν περιέχει τίποτε το ανθρώπινο, τίποτε με το οποίο ο άνθρωπος θα μπορούσε να αισθανθεί συγγενικά, τίποτε που θα του ήταν κάπως γνώριμο, που θα μπορούσε ο ίδιος να δημιουργήσει ή να ετοιμάσει. Το περιεχόμενο της έννοιας του numinosum ή του θεϊκού είναι η αίσθηση του απόκρυφου, του ελκτικού, όπως οι υπέρβλητες και δεσμευτικές δυνάμεις ή η κυριαρχία η οποία κάνει τον άνθρωπο να τρέμει, να ανατριχιάζει, να τρομοκρατείται, να ξυπνά μέσα του τον φόβο (mysterium tremendum) και παράλληλα να του δημιουργεί συναίσθημα ευτυχίας και χαράς, τον ενθουσιάζει, τον μαγεύει, του προκαλεί έκσταση (mysterium fascinosum). Υπό αυτήν την έννοια ο Jung χρησιμοποιεί τους όρους numen, numinosum, numinosity, όπως και το mysterium tremendum και fascinosum για να εξισορροπήσουν την επίδραση των αρχετύπων, της ψυχολογίας της θρησκείας και τα φαινόμενα της υποβολιμότητας που βρίσκουμε στα μαζικά κινήματα και στις εμπειρίες της συγχρονικότητας.
Οι όροι αυτοί φαίνονται για τον Jung ως οι πιο επεξηγηματικοί και αντίστοιχοι για να περιγράψουν και να διασαφηνίσουν την δυναμική, την ενέργεια, τον αρχαϊκό μυθολογικό και τον εντυπωσιακό χαρακτήρα ορισμένων επιδράσεων του ασυνείδητου που εμφανίζονται από κάποιο αρχέτυπο, σύμβολο ή και σύμπλεγμα. Η θεικότητα (numinosum) σύμφωνα με τα παραπάνω είναι η παντελώς καθηλωμένη ανεξαρτησία της συνείδησης, διότι φέρνει το υποκείμενο σε μια κατάσταση εντυπωσιασμού (fascinate), δηλαδή μιας εθελουσίας παράδοσης-υποταγής.
Το numinosum είναι το ανεξέλεγκτο στον άνθρωπο, αναφέρει ο Jung σε άλλο σημείο σχετικά με τα συμπλέγματα “Όσο περισσότερο απομακρύνονται τα συμπλέγματα από την συνείδηση, τόσο “θεϊκά’’ (numinosum) επενεργούν”. Την ενέργεια ή δύναμη αυτή την χαρακτηρίζει επίσης σαν “ειδικό οπλισμό’’ ή “ενεργειακά οπλισμένα περιεχόμενα του ασυνείδητου’’ τα οποία με την σειρά τους μπορούν να εκδηλώσουν θετικές ή και αρνητικές επιδράσεις. Για την ενέργεια και την θεϊκότητα (numinosity) του αρχέτυπου συγκεκριμένα αναφέρει : “Τα αρχέτυπα είναι “θεϊκά” δομικά στοιχεία της ψυχής και διαθέτουν έναν βαθμό ανεξαρτησίας και ιδιαίτερη ενέργεια μέσω της οποίας είναι ικανά να έλκουν τα κατάλληλα περιεχόμενα του συνειδητού’’. Και “…το ότι το αρχέτυπο έχει θεϊκό χαρακτήρα: επενεργεί εντυπωσιάζοντας, εκδηλώνεται με αποτελεσματική αντίθεση προς το συνειδητό, επιπλέον δίνει μορφή για μεγάλο χρονικό διάστημα στο πεπρωμένο με ασυνείδητη και πολύ αργότερα με συνειδητή επίδραση της σκέψης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα μπορούμε να πούμε ότι επιβάλλεται για την πρωτόγονη εικόνα και μάλιστα με συνειδητή προσωπικότητα με το : χωρίς αυτήν ή εναντίον της’’.
Λόγω της εντυπωσιακής και επιβλητικής του δύναμης το “θεϊκό’’ είναι για τον Jung και ο πυρήνας της θρησκευτικής εμπειρίας. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για την ίδια την περιγραφή αυτού που σημαίνει θρησκεία, δηλαδή, μια δυναμική ύπαρξη ή επίδραση η οποία δεν είναι αποτέλεσμα μιας κάποιας προσωπικής εσκεμμένης αιτίας. Αντίθετα, η επίδραση αυτή εντυπωσιάζει και κυριαρχεί στο ανθρώπινο υποκείμενο το οποίο είναι πάντα θύμα παρά δημιουργός. Το “θεϊκό’’, όποιος και αν είναι ο λόγος ύπαρξής του, είναι ανεξάρτητο από την θέληση του υποκειμένου.’’ Ή είναι ιδιότητα του εμφανούς αντικειμένου ή επίδραση του αόρατου παρόντος που είναι και η αιτία μιας ιδιαίτερης αλλαγής της συνείδησης. Αυτό τουλάχιστον είναι γενικός κανόνας’’.


Γιάννης Κεραμάρης
Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής