Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

O Carl Gustav Jung, γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου του 1875, στο Kesswil της Ελβετίας. Ο πατέρας του Johanes Paul Achilles Jung(1842-1896), ήταν προτεστάντης ιερέας – ένα επάγγελμα με βαθιά παράδοση στην οικογένεια. Η μητέρα του ονομαζόταν Emilie Preiswerk(1848-1923). Ο Carl Jung παρέμεινε μοναχοπαίδι για αρκετά χρόνια μέχρι τη γέννηση της αδελφής του Gertrud. Σύμφωνα με οικογενειακούς θρύλους ο παππούς του ήταν παράνομος γιος του Goethe, παρότι δεν υπάρχουν πραγματικές αποδείξεις που να στηρίζουν αυτή την ιστορία.

Σε ηλικία 11 ετών, ο Jung εισήχθη στο Γυμνάσιο της Βασιλείας. Τα πρώτα του χρόνια εκεί ήταν πολύ δυσάρεστα. Για να αποφύγει το σχολείο, ανέπτυξε τη συνήθεια να προσποιείται ότι έχει ζαλάδες. Από μικρός πάλευε με το ερώτημα της ταυτότητας του και έτσι απέκτησε τη πεποίθηση ότι ήταν κάποιος άλλος, ένας άνθρωπος που έζησε στα τέλη του 18ου αιώνα. Κάποτε απορροφήθηκε σε μια ονειροπόληση, κατά την οποία είδε το Θεό να βρίσκεται πάνω από το Καθεδρικό ναό της Βασιλείας και να ρίχνει μια πελώρια σβουνιά πάνω στη στέγη του. Το διάσημο έργο του Goethe, Φάουστ τον επηρέασε βαθιά, ένα έργο το οποίο είχε αποστηθίσει ήδη από τα σχολικά του χρόνια.

Το 1900, ο Jung είχε ήδη αποφοιτήσει με το πτυχίο της Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας και ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Δούλεψε στη ψυχιατρική κλινική Burghölzli έως το 1909 όπου βρέθηκε δίπλα στον διάσημο ψυχίατρο Bleuer. Αυτά τα χρόνια υπήρξαν αποφασιστικής σημασίας για τη μεταγενέστερη εξέλιξη του. Η πρώτη δημοσιευμένη του εργασία: «Πάνω στη Ψυχολογία και τη Παθολογία των αποκαλούμενων Απόκρυφων Φαινομένων» αποτέλεσε τη βάση για τη διδακτορική του διατριβή. Το υλικό του ήταν εν μέρει βασισμένο στις παρατηρήσεις που έκανε στην Helene, ξαδέλφη του η οποία ισχυριζόταν ότι διέθετε υπερφυσικές ικανότητες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Jung διατηρούσε το ενδιαφέρον του για τη παραψυχολογία. Συχνά συμβουλευόταν το Κινέζικη μαντική τεχνική του Ι Τσινγκ, ιδιαίτερα τη μετάφραση που έγινε από τον Richard Wilhelm. «Η ζωή, γεμάτη από παραλογισμό, με έμαθε να μην απορρίπτω τίποτε, έγραφε, ακόμη και αν κάτι πηγαίνει εντελώς αντίθετα με όλες τις θεωρίες μας». Ο πατέρας του τον εισήγαγε στο Χριστιανισμό, αλλά απογοητευμένος από τη τρέχουσα θρησκευτική παράδοση, στράφηκε στους Γνωστικούς. Ανακάλυψε ότι υπήρχαν συγκεκριμένες ψυχοθεραπευτικές συγγένειες ανάμεσα σε εκείνον και τις αναζητήσεις των Γνωστικών για γνώση και νόημα.
Το 1903 παντρεύτηκε την Emma Rauschenbach(1882-1955). Απέκτησαν πέντε παιδιά. Η Emma, κόρη εύπορου εργοστασιάρχη από το Schaffhausen, ήταν έξυπνη, ήσυχη και ατάραχη γυναίκα. Μια μαθήτρια του Jung, η Sabina Spielrein, αρχικά θεραπευόμενη του και στη συνέχεια ερωμένη του, του ενέπνευσε την έννοια της Anima. Γενικά στις βιογραφίες του αναφέρεται ότι ο Jung ασκούσε τη πολυγαμία και ότι η Emma πολλές φορές κλήθηκε να ανεχθεί αυτή τη γνώση.

Η έρευνα του Jung πάνω στη σχιζοφρένεια, Η Ψυχολογία της Πρώιμης Άνοιας, τον οδήγησε στη συνεργασία με τον Freud. Ιδιαίτερα το Word Association Test που ανέπτυξε θα μπορούσε να θεωρηθεί απόδειξη της ύπαρξης των ασυνείδητων συμπλεγμάτων. Οι δυο άντρες συναντήθηκαν πρώτη φορά το 1907 και μίλησαν περίπου για 13 ώρες. «Τον βρήκα υπερβολικά έξυπνο, επιτήδειο και γενικά αξιοπρόσεκτο», έγραψε για τον Freud. Άνοιξε το 1909, ιδιωτικό ιατρείο και ταξίδεψε στις ΗΠΑ μαζί με τον θεμελιωτή της Ψυχανάλυσης όπου έδωσαν διαλέξεις και συνάντησαν μεταξύ άλλων τον Αμερικανό φιλόσοφο William James, του οποίου η σκέψη προσέλκυσε ιδιαίτερα τον Jung. Η διαφωνία του Jung με τον Freud ξεκίνησε πάνω στην εμμονή του δεύτερου με την πρωταρχικότητα του σεξουαλικού ενστίκτου. Η σύγκρουση τους κλιμακώθηκε με την έκδοση του «Σύμβολα Μεταμόρφωσης» 1912. Ο Jung έγραφε σε ένα γράμμα προς τον Freud: «αν ποτέ απαλλαχθείς εντελώς από τα συμπλέγματα σου και πάψεις να παίζεις τον πατέρα προς τους γιους, και αντί να στοχεύεις διαρκώς προς τα αδύναμα σημεία τους, κοιτάξεις επιτέλους προς τον εαυτό σου, τότε θα φτιάξω τους τρόπους μου και θα ξεριζώσω το ελάττωμα να σκέφτομαι αμφιθυμικά για εσένα.»

Το τέλος της σχέσης πατέρα- γιου που έχει με τον Freud, τον επηρέασε βαθιά. Αποσύρθηκε από το ψυχαναλυτικό κίνημα και υπέφερε μια νευρική κρίση διάρκειας έξι ετών. Μέσα σε αυτό το διάστημα είχε φαντασιώσεις ισχυρών πλημμυρών που κατέκλυζαν τη βόρεια Ευρώπη – προφητικές εικόνες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου; Οι εσωτερικές του εμπειρίες καταγράφηκαν από τον ίδιο στο διάσημο «Κόκκινο Βιβλίο», το οποίο εικονογράφησε ο ίδιος.

Μετά τη περίοδο αυτής της προσωπικής κρίσης, ο Jung ανέπτυξε τις δικές του θεωρίες συστηματικά κάτω από το τίτλο Αναλυτική Ψυχολογία. Οι έννοιες του συλλογικού ασυνειδήτου και των αρχετύπων τον οδήγησαν στη διερεύνηση δυτικών και ανατολικών θρησκειών, των μύθων και της αλχημείας. Ταξίδευε διαρκώς σε όλο τον κόσμο από το Μεξικό έως τις Ινδίες. Όπως ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Έσσε από τους οποίους δέχτηκε πολλές επιδράσεις, θεωρούσε ότι η ανατολίτικη σοφία είχε πολλούς θησαυρούς.

Ο Jung κατηγοριοποίησε τις προσωπικότητες σε εσωστρεφείς και εξωστρεφείς. Επίσης διέκρινε ανάμεσα στις ακόλουθες λειτουργίες του Εγώ: Σκέψη, Συναίσθημα, Αίσθηση και Διαίσθηση. Από την εμπειρία του με τους ασθενείς του θεώρησε τη νεύρωση ως «η ταλαιπωρία της ψυχής που δεν έχει βρει το νόημα της.» Το νόημα αυτό θεωρούσε ότι μπορούσε να βρεθεί μέσα από την μελέτη των ονείρων, των αρχετυπικών εικόνων και των συμβόλων. Για τον Jung η πορεία του ανθρώπου, είναι προς την εξατομίκευση, δηλαδή την αναζήτηση της ιδιαίτερης ουσίας του καθένα μας.

Το 1933 ο Jung ανακηρύχθηκε πρόεδρος του General Medical Society for Psychotherapy(Allgemeine Ärztliche Gesellschaft für Psychotherapie). Επίσης ανέλαβε εκδότης του Zentralblatt für Psychotherapie. Μεταξύ των τελευταίων του εκδόσεων είναι τα: Αιών(1951), Απάντηση στον Ιώβ(1952) και το Mysterium Coniunctionis(1956).

Η γυναίκα του Emma, πέθανε το 1955, προτού τελειώσει το βιβλίο της για το μύθο του Ιερού Δισκοπότηρου. Τότε ο Jung ξεκίνησε τη τελική κατασκευή του σπιτιού του στο Bollingen. Περισσότερο έμοιαζε με ένα κάστρο από πέτρα, το οποίο είχε ξεκινήσει μετά το θάνατο της μητέρας του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το χτίσιμο της επέκτασης του σπιτιού του αποτέλεσε για τον ίδιο σύμβολο της διεύρυνσης της συνείδησης του. «Στο Bollingen είμαι στο κέντρο της ζωής μου, είμαι πιο βαθιά ο εαυτός μου» έγραφε.

Πέθανε τις 6 Ιουνίου του 1961. Οι τελευταίες του καταγεγραμμένες λέξεις σε συνέντευξη ήταν : «Ας πιούμε ένα πραγματικά καλό κόκκινο κρασί απόψε.»